Τον Δεκέμβριο του 1716, ζητήθηκε από τον αρχιμουσικό της αυλής (Kapellmeister) της Νάπολης, Alessandro Scarlatti (1660-1725), να επιλύσει μια μουσική διαμάχη που είχε ανακύψει ανάμεσα σε δύο συνθέτες σχετικά με την είσοδο της Soprano II σε μια τετράφωνη λειτουργία toy Francesc (Francisco) Valls (1665/1671 - 1747) με τίτλο «Scala Aretina».
Η “Missa Scala Aretina”, η οποία ονομάστηκε έτσι από τον Guido Aretinus (Arezzo), προκάλεσε μεγάλη μουσική διαμάχη μεταξύ 1715 και 1720. Η διαμάχη ξεκίνησε με ένα φυλλάδιο εναντίον του Valls, γραμμένο από τον οργανίστα και συνθέτη θεάτρου Joaquín Martínez de la Roca (1676 - 1747). Οι υποστηρικτές και οι αντίπαλοι ήταν περίπου ισάριθμοι, ενώ ο διάσημος συνθέτης Alessandro Scarlatti είχε εκφράσει γνώμη ήπια αντίθετη προς τις ιδέες του Valls.
Η “Missa Scala Aretina”, είναι έργο του 1702 για τρεις μικτές χορωδίες —SAT, SSAT, SATB— και ορχήστρα, με όμποε, τρομπέτες, τύμπανα, όργανο, άρπα και έγχορδα.
Στο «Qui tollis», στο μέτρο 120 — στην έκδοση του López-Calo — η Soprano II εισέρχεται με μια απροετοίμαστη διαφωνία! (δείτε το παράδειγμα). Το πρόβλημα βέβαια δεν είναι η διαφωνία αυτή καθαυτή, απόλυτα «νόμιμη» και στη σχολική αντίστιξη, αλλά η έλλειψη προετοιμασίας της. Μια διαφωνία θα πρέπει να ακολουθεί το τυπικό σχήμα: Προετοιμασία – Διαφωνία (π.χ. καθυστέρηση) – Λύση. Στην Αγγλία, μια τέτοια παράβαση τυπικού κανόνα δεν θα ήταν πρόβλημα, οι Άγγλοι θαύμαζαν την πλούσια σε μη συμβατικές διαφωνίες μουσική, τόσο στην αυλή όσο και στην εκκλησία, των Henry Purcell και William Lawes.
Αντικρούοντας τα επιχειρήματα του Valls σύμφωνα με τα οποία οι αυστηροί κανόνες περιορίζουν την τέχνη, ο Scarlatti υποστηρίζει ακριβώς το αντίθετο. Είναι οι ίδιοι οι κανόνες που καθιστούν την αρμονία γόνιμη, καθώς αυτοί υπαγορεύουν τον αριθμό και το μέτρο, των οποίων οι αναλογίες δημιουργούν την αληθινή μουσική. Οι νόμοι αυτοί είναι τόσο αναγκαίοι για έναν συνθέτη όσο είναι τα φτερά για το πέταγμα ενός πουλιού ή τα πανιά και το πηδάλιο για την πλοήγηση ενός πλοίου. Λειτουργούν ως το καθοδηγητικό πνεύμα που επιτρέπει στη φαντασία να περιπλανιέται με ασφάλεια στους απέραντους χώρους της αρμονίας και να βρίσκει τις συμπαθητικές εκείνες σπίθες που είναι ικανές να ανάψουν τα ανθρώπινα πάθη.
Το να κρίνει κανείς την αρμονία αποκλειστικά διά της ακοής θεωρείται ανεπαρκές. Το αυτί είναι βεβαίως το καταλληλότερο όργανο για την πρώτη πρόσληψη της μουσικής· δεν έχει όμως το δικαίωμα να αποφανθεί τελεσίδικα. Το προνόμιο αυτό ανήκει μόνο στον «Λόγο» (με την αρχαιοελληνική έννοια). Η ακοή και η όραση δεν λειτουργούν παρά ως μάρτυρες και κατήγοροι ενώπιον του δικαστηρίου του Λόγου, του οποίου η απόφαση είναι ανέκκλητη.
Ένα ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι ο Scarlatti προειδοποιεί για τον τεράστιο κίνδυνο που συνεπάγεται η εισαγωγή καινοτομιών, οι οποίες παραβιάζουν θεμελιώδεις κανόνες υπό το πρόσχημα της κομψότητας ή της νεωτερικότητας. Δηλώνει ότι, αν οι απροετοίμαστες διαφωνίες γίνουν παράδειγμα προς μίμηση, αυτό θα οδηγήσει αναπόφευκτα στην καταστροφή της τέχνης, διότι η μεταχείριση των εξαιρέσεων ως καθολικού νόμου γίνεται πάντοτε πηγή των πλέον ολέθριων πλανών. Για να υποστηρίξει τα λεγόμενα του παραθέτει αυστηρά μουσικά παραδείγματα ορθής προετοιμασίας και λύσης καθυστερήσεων 2ης, 4ης, 7ης και 9ης σε 2, 3 και 4 φωνές, αποδεικνύοντας ότι η εκφραστικότητα δεν απαιτεί την παραβίαση των θεμελιωδών νόμων της ακουστικής και της λογικής.
Τόσο στη μουσική του όσο και στην πραγματεία του “Mapa Armónico Práctico” — η οποία παρέμεινε χειρόγραφη και εκδόθηκε σε facsimile μόλις το 2002 — ο Francesc Valls προβάλλει μια αντίθετη άποψη που ενοποιεί και υπερβαίνει τις αντιθέσεις: ακοή και νόηση, νεωτερισμός και παράδοση, σοβαρότητα και χάρη, ισπανικό και ξένο ύφος, κολοσσιαία διάσταση και εσωτερικότητα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η “Missa Scala Aretina”, με τη μεγάλη πολυχορική της σύλληψη: φωνητικά σώματα, σολιστικές ομάδες και οργανικό σύνολο συνδυάζονται σε ένα έργο ταυτόχρονα μνημειακό και λεπτό, το οποίο αξίζει να ακούσετε. Χρησιμοποίησε ακόμη και μικτοτόνους.
Ο Johann Philipp Kirnberger (1721-1783), στο τρίτο τμήμα του δεύτερου τόμου της πραγματείας του «Η Τέχνη της Αυστηρής Μουσικής Σύνθεσης» (“Die Kunst des reinen Satzes in der Musik” – 1779) παρέχει μια λεπτομερή ανάλυση αυτής της διαφωνίας, βασιζόμενος σε κατά λέξη μετάφραση της επίσημης απάντησης του Scarlatti, η οποία χρονολογείται από τον Απρίλιο του 1717.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου