Κυριακή, 27 Φεβρουαρίου 2011

Αχέρων



Από τον ΖΧ Spectrum του Sinclair και τα παιγνιδάκια με την Basic το 1983 στο NeXTStep του Jobs το 1993 ήταν όντως ένα μεγάλο βήμα για μένα (o Jobs ίδρυσε την εταιρία NEXT που έκανε θαύματα το 1985 όταν οδηγήθηκε σε απόλυση από την Apple, το 1996 η Apple αγόρασε την NEXT κι ο Steve γύρισε σπίτι του). Το ΚΣΥΜΕ ήταν ένα σπουδαίο σχολείο κάτω από την επίβλεψη του εξαιρετικού συνθέτη, ερευνητή και δασκάλου Θανάση Ρικάκη.

Στην αρχή όλα μου φαίνονταν δύσκολα. Θυμάμαι την πρώτη φορά που πήγα μόνος στο στούντιο για να δουλέψω δεν ήξερα καν τι είναι password! Για πρώτη φορά επίσης, είδα εκεί επανεγγράψιμο οπτικό δίσκο και πέρασαν αρκετά χρόνια μέχρι να αγοράσω το πρώτο μου CD για κάψιμο από το Πλαίσιο. Στο ΚΣΥΜΕ έκανα και το πρώτο προσωπικό ρεκόρ αϋπνίας, 36 ώρες πάνω στο πληκτρολόγιο.

Το κομμάτι Αχέρων γράφτηκε προς το τέλος του 93 το πρώτο τρίμηνο των σπουδών μου στο ΚΣΥΜΕ με χρήση Csound και Cmix. Ο Θανάσης δεν μας άφηνε να χρησιμοποιήσουμε γραφικό περιβάλλον, όλα γίνονταν στην μυστικιστική γραμμή εντολών. Κάθε φορά που εμφανιζόταν το gav> στη μαύρη οθόνη φοβόμουν ότι θα γράψω κάτι και θα ανατινάξω τον υπολογιστή, μια μέρα το κατάφερα, σε μια προσπάθεια να διατηρήσω καθαρό το μηχάνημα έσβησα όλα τα αρχεία συστήματος …

Το συναρπαστικό με τις μουσικές γλώσσες προγραμματισμού είναι ότι αγγίζεις τον πυρήνα τις σύνθεσης: πρώτα φτιάχνεις τον ίδιο τον ήχο και μετά τον οργανώνεις όπως στην παραδοσιακή συνθετική εργασία. “Νιώθεις” με τον καλύτερο και πιο διαισθητικό τρόπο τι είναι ατάκα, δυναμική, ηχόχρωμα, άρθρωση… κι όταν επιστρέφεις στο πιάνο όλα είναι διαφορετικά.

Όλοι οι ήχοι που ακούγονται στο κομμάτι είναι κατασκευασμένοι, όχι samples δηλαδή, έκλεψα μόνο ένα μικρό απόσπασμα από το Κοντσέρτο για Χορωδία του Schnittke, δεν μπορούσα να πετύχω αλλιώς το εφέ που ήθελα. Η καμπάνα που ακούγεται στην αρχή δεν είναι sample, ηχεί με τη βοήθεια ενός αλγόριθμου του Chowning.

Τώρα πια δεν θυμάμαι τίποτα απ’ όλα αυτά. Κάποια στιγμή έβαλα τη Csound στο PC, δεν με παραξένεψε καθόλου ότι ποτέ δεν δούλεψε όπως έπρεπε… Παραθέτω μια σελίδα από το σημειωματάριο εκείνης της εποχής, δεν υπήρχε τότε το iPad, είναι η “παρτιτούρα” κάποιου τμήματος του κομματιού:
*
"Tέρμα εδώ. Eτοιμασθήτε. O ποταμός Aχέρων"

2 σχόλια:

Manos Panayiotakis είπε...

Δημήτρη καλησπέρα,

Χαίρομαι πολύ που άκουσα ξανά το κομμάτι αυτό μετά από χρόνια! Πέρα από τους άψογα κατ' εμέ διαμορφωμένους ηλεκτρονικούς ήχους διακρίνω μια αισθητική και εναν τρόπο σκέψης βασισμένο στην ακουστική σύνθεση (για παράδειγμα ο μετασχηματισμός του "πειραγμένου" ήχου της καμπάνας σε ανάλογους που θυμίζουν μεμβρανόφωνα ή ιδιόφωνα (Μαρίμπα ίσως;) προς το τέλος. Ο τρόπος σκέψης αυτός πολλές φορές λείπει από -σημερινά κυρίως-έργα ηλεκτρονικής μουσικής δημιουργώντας "προβλήματα" δομής και συνοχής (πάντα για τα δικά μου αυτιά). Επίσης το κομμάτι αυτό παίζει πολύ όμορφα με τις αναμονές του ακροατή ενώ ταυτόχρονα μου δημιούργησε μια αίσθηση απόλυτα ομαλής μετάβασης μεταξύ των διαφόρων ιδεών.

george hatzimichelakis είπε...

Πρώτα απ’ όλα να σου πω ότι το έργο αυτό, έξω από κάθε πλαίσιο ιστορικότητάς του και τεχνικού υποβάθρου, μου άρεσε πάρα πολύ αισθητικά (ο Μάνος με καλύπτει επιμερίζοντας) . Αλλά και νοηματικά , καθώς ο τίτλος του είναι από μόνος του ένα «πρόγραμμα», το βρήκα επιτυχέστατο.

Από κει και πέρα, αναρωτήθηκα για το κατά πόσο η libido της νιότης συντελεί σε μία (ανεξήγητη;) διαύγεια, ή μήπως δημιουργεί συνθήκες …. μιας δημιουργικής ανεμελιάς , που η ορμή της ξεπερνάει πιο εύκολα τους παράγοντες δειλίας: την απειρία και τις συνεχείς εξωτερικές προ[σ]κλήσεις για συμβιβασμούς. Πάντως για να μη σταθώ επί μακρόν στο θέμα, αυτό που θέλω να πω είναι ότι αναγνωρίζω στα έργα της νιότης μας μια φρεσκάδα.

Σε ό, τι αφορά στην λησμοσύνη που επέρχεται όταν κάποιος εγκαταλείψει την τριβή με μία δεξιότητα, την οποία μάλιστα κατέβαλε κόπο για να την αποκτήσει, δεν ξέρω τι να πω. Δεν μπορώ να πω κρίμα, αν το συσχετίσω με δυνατές φιλίες του παρελθόντος που ατονούν…

Ένα ζήτημα που θεωρώ ιδιαίτερα σπουδαίο είναι το είδος του ακροάματος που παράγει αυτή η μέθοδος μουσικής δημιουργίας. Σε παλιότερες εποχές, δεν ήταν λίγοι αυτοί που χαρακτήριζαν τόσο τους δημιουργούς, όσο και τους ακροατές έργων καθαρής ηλεκτρονικής μουσικής ως αυτιστικούς. Ήταν καινοφανής αυτή ελαχιστοποίηση της απόστασης μεταξύ καταγεγραμμένης σύλληψης και εκτέλεσης, όταν μάλιστα οτιδήποτε είχε να κάνει με αυτήν (την απόσταση) δεν σχετιζόταν με την ποιότητα του ανθρώπινου παράγοντα , αλλά με την ποιότητα των ηλεκτρικών κυκλωμάτων και των συσκευών αναπαραγωγής. Για τους ακροατές, αν αυτοί δεν ήταν συνάδελφοι δημιουργοί με κοινά ενδιαφέροντα, τι να πω ….. τους ευχαριστούμε. Αλλά νομίζω ότι πρωτίστως το ιδεολογικό πλαίσιο της νέας τεχνολογίας, δευτερευόντως μια διάθεση πελεγρίνου και τριτευόντως η γνήσια απόλαυση μέσα από την εξοικείωση με μία νέα γλώσσα, απετέλεσαν ελκτικές (για να μην πω προσηλυτιστικές) δυνάμεις ώστε να τους καθίσουν μπροστά σε δύο ηχεία. Τότε…. Γιατί τώρα …, αν ήμουν …. σύνθεση, θα ήθελα να ήμουν ηλεκτρονική. Γιατί μια ηλεκτρονική σύνθεση, είναι πολύ περισσότερο από οιοδήποτε άλλο είδος (ακουστική, ηλεκτρακουστική) «ο εαυτός της» μέσα στα νέα περιβάλλοντα, είτε αυτά είναι το YouTube, είτε χώροι πολυμέσων. Ή μάλλον για να το πω αλλιώς: σε όποιο είδος και αν ανήκει μία σύνθεση, στις μέρες μας έχει περισσότερες πιθανότητες να παρουσιαστεί με την μεσολάβηση ηλεκτρονικών μέσων. Οπότε μια καθαρά ηλεκτρονική σύνθεση, ή έστω μια σύνθεση που έχει λάβει υπ’ όψιν σοβαρά τα πλαίσια που ορίζουν τα σύγχρονα μέσα προβολής της, είναι περισσότερο αυθεντική, απ’ ότι ήταν στο παρελθόν, όταν εθεωρείτο – από το κοινό ως επί το πλείστον, αλλά και από τους κριτικούς – ως μια απλή προσομοίωση.