Πέμπτη, 13 Οκτωβρίου 2016

τῶν ἑπτὰ σοφῶν ὑποθῆκαι

Το πλήρες αρχείο σε μορφή PDF μπορείτε να κατεβάσετε από εδώ.
προλεγόμενα
δασκάλα μου στὸ Δημοτικό, ἡ κυρία Ἀντωνία, εἶχε συνθέσει δύο τραγουδάκια πάνω σ᾽ἓνα φθόγγο, κάτι σὰν Scelsi δηλαδή, καὶ σ᾽ἓνα μονότονο ostinato ρυθμό· τό ἓνα εἶχε γιὰ στίχους τὴν προπαίδεια, τὸ δεύτερο τὰ ὀνόματα τῶν Ἑπτά Σοφῶν τῆς ἀρχαιότητας. Τὰ τραγουδούσαμε κάθε μέρα στὸ τέλος τῶν μαθημάτων πρὶν τὴν προσευχή: Κλεόβουλος ὁ Ρόδιος, Βίας ὁ Πριηνεύς, Σόλων ὁ Ἀθηναῖος... Αὐτὸ τὸ δεύτερο τραγουδάκι γράφτηκε τόσο βαθιὰ στὴ μνήμη μου, ποὺ ἀκόμη καὶ τώρα τὸ τραγουδῶ καμμιὰ φορά ὃταν εἶμαι μόνος. Τὸ ἀστεῖο εἶναι, ὃτι ἐκεῖ ποὺ λένε οἱ στίχοι «Βίας ὁ Πριηνεύς», ἐγὼ εἶχα καταλάβει καὶ τραγουδοῦσα «Βίας ὁ Πυρηνεύς», στὰ πρῶτα δὲ γυμνασιακὰ χρόνια τὸ δικαιολόγησα ὡς ἑξῆς: ὁ Δημόκριτος εἶχε βρεῖ τό ἂτομο, ἒ λοιπόν, ὁ Βίας πῆγε παρακάτω καὶ βρῆκε καὶ τὸν πυρήνα του· στὸ κάτω κάτω ὃλα οἱ Ἓλληνες τἂχουν βρεῖ...

Τὸ καλοκαίρι ποὺ μᾶς πέρασε, ἀπὸ μιὰ ἂσχετη ἀφορμή, πῆρα νὰ ψάχνω τὰ βιβλία μου καὶ τὸ διαδίκτυο γιὰ νὰ βρῶ πληροφορίες γιὰ τὰ Δελφικά Παραγγέλματα· μιὰ συλλογὴ ἀπὸ ἀποφθέγματα τῶν ἱερέων τοῦ ναοῦ καὶ τῶν σοφῶν τῆς ἀρχαιότητας, ποὺ ἦταν χαραγμένα στὶς παραστάδες τῆς κύριας πύλης, στὸ ὑπέρθυρο καὶ πάνω στὶς στῆλες περιμετρικὰ τοῦ Μαντείου τῶν Δελφῶν. Στὸ διαδίκτυο, τὸ ἀρχαῖο κείμενο τῶν Παραγγελμάτων σὲ μονοτονικὸ – δὲν ἀναφέρομαι στὰ παράνομα ἠλεκτρονικὰ βιβλία ἐμπορικῶν ἐκδόσεων – σὰν νὰ εἶχε περάσει θεριστικὴ μηχανὴ πάνω ἀπὸ τὶς λέξεις καὶ νὰ εἶχε ἀφήσει μόνο τὰ κουφάρια τους, οἱ δὲ μεταφράσεις τελείως πρόχειρες. Τὸ γνῶθι σαυτὸν καὶ τὸ ἐγγύη, παρὰ δ᾽ἂτη μοῦ ἀναζωπύρωσαν τὸ ἐνδιαφέρον γιὰ τοὺς Σοφούς, ἒπρεπε λοιπὸν νὰ τονισθοῦν ἱστορικά ὀρθά, νὰ ἐπιλεγεῖ ἡ κατάλληλη γραμματοσειρά ... τὸ ἓνα ἒφερε τ᾽ἂλλο, τὸ ἐνδιαφέρον ἒγινε ἐμμονή, ἡ ἐμμονὴ, μανία· καὶ βρέθηκα ν᾽ἀντιγράφω καὶ νὰ μεταφράζω βοηθούμενος, Λαέρτιο, Στοβαῖο καὶ Σουίδα.

Ἡ ἐργασία αὐτὴ χωρίζεται σὲ τρία μέρη: στὰ Εἰσαγωγικὰ ὃπου ἐπιχειρῶ μιὰ περίληψη τῆς ἱστορίας τῆς φιλοσοφίας ἀπὸ τὸν Ὀρφέα μέχρι τὸν Σωκράτη, στὶς Βιογραφίες τῶν Ἑπτὰ Σοφῶν ἀπὸ τοὺς «Βίους Φιλοσόφων» τοῦ Διογένη Λαέρτιου, μὲ πρωτότυπο κείμενο καὶ μετάφραση, καὶ τέλος, τὰ Ἀποφθέγματα τῶν Ἑπτὰ Σοφῶν ἀπὸ τὸ «Ἀνθολόγιο» τοῦ Ἰωάννη Στοβαίου, μόνο σὲ πρωτότυπο κείμενο μιᾶς καὶ τὰ περισσότερα ἒχουν μεταφραστεῖ στὸ κεφάλαιο τοῦ Λαέρτιου· πόσο χάνεται ἀλήθεια μὲ τὴν μετάφραση ἡ ἀμεσότητα τῶν νοημάτων τους, ἡ ἀκρίβεια τῆς σκέψης τους, ἡ γοητεία τους ...

Τὰ ἀποφθέγματα τοῦ «Ἀνθολογίου» τοῦ Στοβαίου ἀντέγραψα ἐπιμελῶς καὶ ἐπίπονα ἀπὸ τὸ «Joannis Stobaei Florilegium», σὲ ἐπιμέλεια Thomas Gaisford, A.M, ἒκδοση OXONII, 1822. Διατήρησα ὃλα τὰ σχόλια τῆς ἒκδοσης στὰ λατινικά. Γιὰ τὴν μετάφραση τοῦ Λαέρτιου συμβουλεύτηκα κυρίως αὐτὴν τοῦ Δ. Λυπουρλῆ ποὺ διατίθεται ἐλεύθερα στὸ διαδίκτυο – οἱ μεταφράσεις τῶν ποιημάτων τῶν Σοφῶν καὶ τῶν ἐπιστολῶν τους εἶναι ἐξ ὁλοκλήρου δικές του – καθὼς ἐπίσης καὶ τὶς μεταφράσεις τοῦ Ν. Κυριόπουλου, ἒκδοση Γεωργιάδη καὶ τῆς ἒκδοσης τοῦ Κάκτου (δὲν ἀναγράφεται ὁ μεταφραστής). Πέραν τοῦ περιεχομένου, ἰδιαίτερα μερίμνησα καὶ γιὰ τὴν ἐμφάνιση αὐτοῦ τοῦ ἠλεκτρονικοῦ βιβλίου.

Δυὸ λόγια τώρα γιὰ τοὺς συγγραφεῖς καὶ τὰ ἒργα τους ποὺ ἀνθολογῶ:
Καὶ πρῶτα γιὰ τὸν Διογένη τὸν Λαέρτιο. Πιθανόν κατάγεται ἀπὸ τὴν πόλη Λαέρτη τῆς Κιλικίας ἢ τῆς Καρίας· πρέπει νὰ ἒζησε τὴν περίοδο ἀπὸ τὸ 200 ἓως τὸ 500 μ.Χ., κι αὐτὸ ἐκτιμᾶται λαμβάνοντας ὑπόψη ποιοὺς συγγραφεῖς ἀναφέρει καὶ ποιοὺς ὂχι. Ἦταν Ἓλληνας ἱστοριογράφος τῆς φιλοσοφίας τῆς ἀρχαιότητας. Δὲν γνωρίζουμε πολλὰ γιὰ τὴν ζωὴ του, παρὰ μόνον αὐτὰ ποὺ μᾶς λέει ὁ ἲδιος γιὰ τὸν ἑαυτό του στὸ συγγραφικὸ του ἒργο. Τὸ κυριότερο ἒργο του καὶ αὐτὸ ποὺ σώθηκε ὁλόκληρο εἶναι τὸ: «Βίοι και γνῶμαι τῶν ἐν φιλοσοφίᾳ εὐδοκιμησάντων καὶ τῶν ἑκάστῃ αἱρέσει ἀρεσκόντων ἐν ἐπιτόμῳ συναγωγῇ», πιὸ γνωστὸ μὲ τὸν σύντομο τίτλο «Βίοι Φιλοσόφων». Περιέχει βιογραφικὰ στοιχεῖα τῶν ἀρχαίων φιλοσόφων καὶ σύντομα ἀποσπάσματα ἀπὸ τὰ ἒργα τους. Ἀποτελεῖται ἀπὸ δέκα βιβλία. Ὁ Διογένης ἀπευθυνόταν στὸ εὐρὺ κοινὸ τῆς ἐποχῆς του, ἐπεδίωκε νὰ εἶναι κατανοητὸς καὶ εὐκολοδιάβαστος, μὲ ἀποτέλεσμα πολλὲς φορὲς νὰ στηρίζεται ἁπλᾶ σὲ προφορικές παραδόσεις, νὰ μὴν εἶναι ἀκριβὴς καὶ «ἐπιστημονικός». Ἡ παρουσίαση τῶν φιλοσόφων εἶναι βιογραφική, λογοτεχνική καὶ πολὺ συχνὰ ἀνεκδοτολογική. Δὲν θὰ βρεῖ κανεὶς ἀναλύσεις φιλοσοφικῶν ἒργων, σχολῶν ἢ τάσεων, οὒτε προσωπικὲς του ἀπόψεις, ἐκτὸς ἀπὸ τὰ ἐπιγράμματά του. Τὸ ἂλλο ἒργο του, τὰ «Ἐπιγράμματα» ἢ «Πάμμετρος» ἒχει χαθεῖ, διασώζονται ὃμως ἀρκετὰ ἀπὸ τὸν ἲδιο στοὺς «Βίους» του καὶ στὸ 7ο βιβλίο τῆς Παλατινῆς Ἀνθολογίας. Ἡ «Πάμμετρος» περιελάμβανε ἐπιγράμματα καὶ λυρικοὺς στίχους, σὲ ὃλα τὰ μέτρα καὶ τοὺς ρυθμούς, γιὰ ὃλους τοὺς ἒνδοξους ἄνδρες ποὺ πέθαναν. Ὁ Νίτσε λέει ὃτι ἡ «Βίοι» εἶναι διαφήμιση τῆς «Παμμέτρου».

Ὁ Ἰωάννης Στοβαῖος τώρα, καταγόταν ἀπὸ τοὺς Στόβους τῆς Μακεδονίας, μιὰ πλούσια πόλη ποὺ βρισκόταν κτισμένη στὴν συμβολὴ τῶν ποταμῶν Ἐριγώνα καὶ Ἀξιοῦ. Πιθανόν νὰ ἒζησε τὸν 5ο μ.Χ. αἰ. Πρέπει νὰ ἦταν «γραμματικὸς» στὸ ἐπάγγελμα, δηλαδὴ, μελετητὴς τῆς ἀρχαιοελληνικῆς γραμματείας. Γιὰ τὴν ζωή του γνωρίζουμε πολὺ λίγα πράγματα. Τὸ γνωστότερο ἒργο του εἶναι τὸ «Ἐκλογαί, Ἀποφθέγματα, Ὑποθῆκες», πιὸ γνωστὸ ὡς «Ἀνθολόγιο», σὲ τέσσερα βιβλία, ὃπου συγκεντρώνει περισσότερα ἀπὸ πεντακόσια ἀποσπάσματα ἒργων ποιητῶν, φιλοσόφων καὶ ρητόρων, ἀνεκτίμητης ἀξίας, διότι σὲ πολλὰ ἀπὸ αὐτὰ ἒχουν χαθεῖ τὰ πρωτότυπα. Κίνητρο γιὰ τὴν συγγραφὴ τοῦ «Ἀνθολογίου» ὑπῆρξε ἡ ἐπιθυμία του νὰ ἀφήσει μιὰ παρακαταθήκη σοφίας στὸ γιό του Σεπτίμιο, « ἐπὶ τῷ ῥυθμίσαι καὶ βελτιῶσαι τῷ παιδί τὴν φύσιν ἀμαυρότερον ἒχουσαν», ὃπως λέει ὁ πατριάρχης Φώτιος στὴν «Μυριόβιβλο».

Ἂν αὐτὴ ἡ ἐργασία ἒχει νὰ προσφέρει κάτι, εἶναι ὁ πλούσιος σχολιασμὸς κυρίων ὀνομάτων, τοποθεσιῶν, ἀκόμη καὶ λέξεων. Δὲν βρῆκα στὶς ἐκδόσεις ποὺ συμβουλεύτηκα κάτι ἀνάλογο. Γιὰ τὸν σχολιασμὸ χρησιμοποίησα τὰ λεξικὰ τῶν Σουίδα, Liddel & Scott, Δημητράκου, Σταματάκου, Μπαμπινιώτη καὶ τὸ διαδίκτυο. Ἡ γραμματοσειρὰ τοῦ πρωτότυπου κειμένου εἶναι ἡ Alexander, ἡ ὁποία εἶναι πολὺ κοντὰ σὲ αὐτὴν ποὺ χρησιμοποιοῦν οἱ βυζαντινές, ἀλλὰ καὶ μεταγενέστερες ἐκδόσεις ἀρχαιοελληνικῶν κειμένων· διατίθεται δωρεὰν στὸ διαδίκτυο.
Ὁ ἀναγνώστης αὐτῆς τῆς ἐργασίας πρέπει νὰ λάβει ὑπόψη του, ὃτι ὁ γράφων δὲν εἶναι φιλόλογος, οὒτε γραμματικὸς, οὒτε φιλόσοφος· γράφει γιὰ νὰ μάθει καὶ ὃτι μαθαίνει τὸ λέει καὶ στοὺς ἂλλους· ὁ Ἂγγλος μαθηματικὸς James Joseph Sylvester τὸ θέτει ὡς ἑξῆς: «Ὃσο ὁ ἂνθρωπος παραμένει κοινωνικὸ ὂν, δὲν μπορεῖ νὰ ἀποστερηθεῖ τὴν εὐχαρίστηση ποὺ δίνει ἡ παρόρμηση νὰ μοιράζεται μὲ τοὺς ἂλλους ὃλα ὃσα ἒχει μάθει, νὰ μεταδίδει στοὺς ἂλλους τὶς ἰδέες καὶ τὶς ἐντυπώσεις ποὺ κοχλάζουν μέσα στὸ μυαλό του, χωρίς νὰ ἀφήσει τὴν ἠθική του φύση νὰ ἀτροφήσει ἢ νὰ ἀποστεωθεῖ, καὶ τὶς ἀσφαλέστερες πηγές τοῦ μελλοντικοῦ του πνευματικοῦ ἀνεφοδιασμοῦ να στερέψουν».

Χρησιμοποίησα τὰ ἑξῆς βιβλία:
• Γκίκας Σωκράτης κ.ἂ., Λεξικὸ Ἑλληνικῆς Ἀρχαιογνωσίας, Ἐπικαιρότητα, 1992
• Δημητράκος Δημήτριος, Μέγα Λεξικὸν ὃλης τῆς Ἑλληνικῆς Γλώσσης, Δομὴ 1953
• Διογένης Λαέρτιος, Βίοι Φιλοσόφων, Γεωργιάδης 2004
• Διογένης Λαέρτιος, Ἅπαντα, Τόμος 1, Κάκτος
• Λεξικὸ Σουίδα (Suidæ Lexicon / Immanuelis Bekkeri), Βερολίνο 1854
• Μπαμπινιώτης Γεώργιος, Λεξικό τῆς Ἑλληνικῆς Γλώσσας, Κέντρο Λεξικολογίας, 2005
• Σπανδάγος Βαγγέλης κ.ἂ., Οἱ Μαθηματικοὶ τῆς Ἀρχαίας Ἑλλάδος, Αἲθρα 1994
• Στοβαῖος Ἰωάννης, Ἀνθολόγιο, Oxonii, 1822
• Diels, Hermann & Kranz Walther, Die Fragmente der Vorsokratiker, Berlin 1903
• Kenny Anthony, Ἱστορία τῆς Δυτικῆς Φιλοσοφίας, Νεφέλη 2005
• Ubaldo Nicola, Εἰκονογραφημένη Ἀνθολογία τῆς Φιλοσοφίας, Ἐνάλιος 2007
• Ubaldo Nicola, Εἰκονογραφημένος Ἂτλας τῆς Φιλοσοφίας, Ἐνάλιος 2008
• Windelband Wilhelm & Heimsoeth Heinz, Ἐγχειρίδιο Ἱστορίας τῆς Φιλοσοφίας, Τόμος Ι, Μορφωτικὸ Ἲδρυμα Ἐθνικῆς Τραπέζης, 1986

Δημήτρης Συκιᾶς
Πειραιάς, Ὀκτώβριος 2016

εἰσαγωγικὰ

Τὴν πρώτη προσπάθεια κατανόησης τοῦ κόσμου καταγράφει ἡ κοσμογονικὴ ποίηση. Πῶς κι ἀπὸ ποιόν ἢ ποιούς φτιάχτηκε ὁ κόσμος; Γιατί καὶ γιὰ ποιούς φτιάχτηκε; Γιατί τὰ πράγματα ἀλλάζουν καὶ ποῦ ὁδηγοῦν αὐτὲς οἱ ἀλλαγὲς; Τί μένει σταθερό; Ποιά εἶναι ἡ θέση τοῦ ἀνθρώπου στὸν κόσμο; Τί εἶναι ἡ ψυχή, ἀπὸ ποὺ ἒρχεται καὶ ποῦ πηγαίνει; Οἱ ἀπαντήσεις σ᾽αὐτὰ τὰ ἐρωτήματα δὲν εἶναι προσωπικὲς ἀλλὰ συλλογικές, εἶναι μιὰ κοινὴ πεποίθηση, μιὰ προφορικὴ παράδοση ποὺ πιθανὸν πηγάζει ἀπὸ κάποιον μύστη καὶ καταγράφεται ἀπὸ κάποιον ποιητὴ, γίνεται σύστημα, γίνεται πίστη, γίνεται σέκτα. Ὁ μύθος εἶναι μιὰ μορφὴ ἀτελοῦς διανοητικότητας, μιὰ ἀνολοκλήρωτη – ποιητικὴ περισσότερο, ἀλλὰ ὂχι λιγότερο σημαντικὴ – προσπάθεια νὰ ἐξηγηθεῖ λογικὰ ἡ Φύση. Δὲν προβλέπει καὶ δὲν ἀπαιτεῖ μιὰ λογική ἐξήγηση τῶν φαινομένων τὰ ὁποῖα πραγματεύεται. Δὲν «σώζει» τὰ φαινόμενα, τὰ κρύβει ὃμως κάτω ἀπὸ ἓνα πέπλο, ποὺ ἂν προσεκτικὰ τὸ σηκώσει κανεὶς, θὰ τὰ βρεῖ ἲσως καὶ ἀναλλοίωτα· γι᾽αὐτὸ κι ὁ Πλάτων δὲν τὸν ἀπορρίπτει, ἲσα ἲσα ἐκμεταλλεύεται τὴν ἱκανότητα τοῦ μύθου νὰ λέει πολλὲς φορὲς τὸ «ἀνείπωτο»· ἡ «ἀληθοφάνεια» τοῦ μύθου κωδικοποιεῖ γεγονότα καὶ ἰδέες ποὺ βρίσκονται στὰ ὃρια τῆς λογικῆς ἢ καὶ τὰ ξεπερνοῦν ἀκόμα, εἶναι μὲ μιὰ λέξη τὰ ἂρρητα, ποὺ βρίσκουν αὐτὸν τὸν τρόπο γιὰ νὰ καταστοῦν ρητά. Τὰ μαντεῖα τῶν Δελφῶν καὶ τῆς Δωδώνης, ἀπὸ ἀρχαιοτάτων χρόνων, ἐξέφραζαν μιὰν ἐξ ἀποκαλύψεως ἀλήθεια, εἶναι ὁ θεμελιώδης θεσμὸς τῆς μυθικῆς σκέψης κι ὁ μοναδικὸς ποὺ ἀναγνωριζόταν σὲ ὃλον τὸν ἑλληνικὸ κόσμο, ἀκόμη καὶ μέχρι τὴν ἐποχὴ τοῦ Σωκράτη – ποὺ ρώτησε τὸ μαντεῖο ὃταν ἦταν νέος γιὰ τὸ ποιὸς εἶναι ὁ πιὸ σοφὸς – καὶ πέραν ἀπ᾽αὐτήν.

Εἶναι ν᾽ἀπορεῖ καὶ νὰ θαυμάζει κανεὶς πὼς ἡ ποιητικὴ σκέψη τοῦ 11ου αἰ. π.Χ. ἒφτασε μέχρι τὸ «Κοσμικὸ Αὐγὸ» τοῦ Ὀρφέα, ὃμοιο μὲ τὴν «ὑπόθεση τοῦ πρωταρχικοῦ ἀτόμου» τοῦ ἀββᾶ Lemaitre ποὺ γέννησε τὴν θεωρία τῆς «Μεγάλης Ἒκρηξης» τὸν 20ο αἰ. Ἐντυπωσιακοὶ καὶ οἱ στίχοι τοῦ μυθικοῦ Λίνου, γιοῦ τοῦ Ἑρμῆ καὶ τῆς Μούσας Οὐρανίας: «ἦν ποτὲ τοι χρόνος οὗτος, ἐν ᾧ ἃμα πάντ᾽ἐπεφύκει», κάποτε ὃλα ἦταν μαζὶ, ἡ πρὸ τῆς Μεγάλης Ἒκρηξης ὑπερβολικὰ πυκνὴ και θερμὴ κατάσταση δηλαδή. Ὁ Ἀναξαγόρας, αἰῶνες ἀργότερα, πάει τὴν ἰδέα αὐτὴν ἓνα βῆμα πιὸ πέρα: «πάντα χρήματα γεγονέναι ὁμοῦ, νοῦν δὲ ἐλθόντα αὐτὰ διακοσμεῖσαι», ἐδῶ ὁ νοῦς, ἡ σκέψη – ὁ Θεός, ἢ μήπως ὁ ἀπρόσωπος Κοσμικὸς Νόμος; – ἒρχεται νὰ βάλει τάξη γιὰ νὰ δημιουργηθεῖ / διακοσμηθεῖ τὸ σύμπαν.

Θὰ μπορούσαμε νὰ χωρίσουμε τὴν ἱστορία τῆς ἀρχαιοελληνικῆς φιλοσοφίας σὲ τρεῖς περιόδους: στὴν κοσμολογικὴ (7ος αἰ.-450 π.Χ.), τὴν ἀνθρωποκεντρικὴ (450-400 π.Χ.) καὶ τὴν συστηματικὴ (400-322 π.Χ.).

Στὴν κοσμολογικὴ περίοδο ὁ ἂνθρωπος στρέφει τὸ βλέμμα καὶ τὴν σκέψη του ἂνω, ἀλλὰ καὶ γύρω του. Προσπαθεῖ νὰ καταλάβει τὸν κόσμο ποὺ τὸν περιβάλλει καὶ ζεῖ, μὲ κατὰ τὸ δυνατὸν «ἐπιστημονικοὺς ὃρους». Δὲν φιλοσοφεῖ ἀκόμη, ἀλλὰ «σοφίζεται». Ὁ σοφός, ὀξυδερκής, εὐφυής, μὲ ἠθικὲς ἀρετές – ὂχι ἀκόμη φιλόσοφος, ἀλλὰ σοφὸς, διότι θεωρεῖ ὃτι ἢδη «γνωρίζει» – δίνει ἠθικὰ παραγγέλματα – συμπυκνωμένη, «λακωνικὴ», βραχύλογη ἐμπειρικὴ γνώση – στοὺς συμπολίτες του. Παράλληλα, στὴν περίπτωση τῶν Προσωκρατικῶν, ἀναζητᾶ τὴν Πρώτη Ἀρχὴ, γενεσιουργὸ αἰτία τοῦ κόσμου ποὺ μετέχει. Δὲν τὴν ἀναζητᾶ ὃμως σὲ κάποιαν ὑπερφυσικὴ ὀντότητα, ἀλλὰ στὴν ὓλη – ἂς μὴν κάνουμε τὸ λάθος, τουλάχιστον ἐδῶ, νὰ τὴν θεωρήσουμε μαρξιστικά – αὐτὴν ποὺ βρίσκεται πλέρια μπρός του: τὸν ἀέρα, τὴν φωτιά, τὸ νερό, ἀλλὰ ἀκόμη καὶ πιὸ ἀφηρημένες ἒννοιες, τὸ ἂτομο, τὸ κενό, τὸ ἂπειρο. Τὸ βῆμα ἀπὸ τὴν κοσμογονικὴ περίοδο σὲ τούτην ἐδῶ εἶναι τεράστιο καὶ σημαντικότατο, ἐδῶ μποροῦμε νὰ ἀνιχνεύσουμε τὴν ἀρχὴ τῆς ἐπιστημονικῆς σκέψης.

Στὴν ἀνθρωποκεντρικὴ περίοδο, στρέφει τὸ βλέμμα πρὸς τὰ ἒσω. Τώρα πιὰ ἒχει καταλάβει ὃτι εἶναι ἁπλᾶ «φιλόσοφος», μπορεῖ νὰ εἶναι μόνον φίλος τῆς σοφίας. Ἐπιζητεῖ νὰ κατανοήσει τὴν ἀτομικὴ θέση του στὸν κόσμο, ἀλλὰ κυρίως τὸ ποιὸς εἶναι καὶ τὶ πρέπει νὰ πράξει στὴν ζωὴ του. Δὲν τοῦ ἀρκοῦν τὰ πρότερα παραγγέλματα καὶ οἱ ἠθικὲς ἐντολές, πρέπει νὰ τὰ ἐξετάσει σὲ βάθος, νὰ τὰ κρίνει καὶ νὰ τὰ νοηματοδοτήσει.

Στὴν τελευταία περίοδο, τὴν συστηματική, ὃλη αὐτὴ ἡ μακρόχρονη καὶ λαμπρὴ πορεία ὁλοκληρώνεται· ἒχουμε τὰ δύο μεγάλα φιλοσοφικὰ συστήματα, αὐτὰ τοῦ Πλάτωνα καὶ τοῦ Ἀριστοτέλη.

Ἀκολουθεῖ ἡ φιλοσοφία τῶν ἑλληνιστικῶν καὶ ρωμαϊκῶν χρόνων. Μποροῦμε νὰ θεωρήσουμε ὃτι ἡ ἀρχαία ἑλληνική φιλοσοφία κλείνει μὲ τὸν νεοπλατωνισμό, ἓνα καθαρὰ μεταφυσικὸ σύστημα ποὺ διαμορφώθηκε κυρίως ἀπὸ τὸν αἰγυπτιακῆς καταγωγῆς Πλωτίνο (205-270 μ.Χ.), ἒξω ἀπὸ τὸν ἑλληνικὸ χῶρο, στὴν Ἀλεξάνδρεια, στὴν Ρώμη καὶ στὴν Συρία.

Ἀλλὰ ἂς επιστρέψουμε στὰ πολὺ παλιὰ χρόνια: ἀπὸ τὶς ἀρχὲς τοῦ 6ου π.Χ. αἰ., ἀλλὰ καὶ πιὸ πρίν, μποροῦμε νὰ διακρίνουμε στοὺς Ἓλληνες μιὰ τάση γιὰ μιὰ πιὸ μεθοδική, ἐπιστημονικὴ ἑρμηνεία τοῦ κόσμου, ἀπαλλαγμένη, ὡς ἓνα βαθμό, ἀπὸ μυθικά, μαγικὰ καὶ θρησκευτικὰ στοιχεῖα. Ἡ ἀπαλλαγὴ αὐτὴ ἒγινε, καὶ στὸ σημεῖο ποὺ ἒγινε, μέσα ἀπὸ μιὰ σκληρὴ ἀντιπαράθεση μὲ τὸν μύθο. Τέτοιες τάσεις ἀνιχνεύονται ἐπίσης καὶ σὲ λαούς τῆς Ἀνατολῆς, Κινέζους καὶ Ἰνδοὺς εἰδικότερα, ἀκόμη καὶ στὴν ἀρχαία Αἲγυπτο, παρέμεναν ὃμως ἐγκλωβισμένες στὴν πρακτικὴ – καθημερινή χρήση καὶ πάντα συνοδεύονταν ἀπὸ κάποια κινητήρια θεϊκὴ ἢ μαγικὴ δύναμη, δὲν ἒφταναν στὸ «περαιτέρῳ τῆς χρείας ἐξίκεσθαι τῇ θεωρίᾳ». Τὸ Πυθαγόρειο Θεώρημα ἦταν γνωστὸ στοὺς Βαβυλωνίους καὶ ἐνδεχομένως καὶ στοὺς Κινέζους πρὶν ἀπὸ τὸ 1000 π.Χ., ἦταν πολὺ πρακτικὸ καὶ χρήσιμο, κανεὶς ὃμως δὲν σκέφτηκε ἢ δὲν ἒνιωσε τὴν ἀνάγκη νὰ σκεφτεῖ, δὲν θέλησε νὰ «ἀποδείξει», γιατὶ τὸ τετράγωνο τῆς ὑποτείνουσας ἰσοῦται μὲ τὸ ἃθροισμα τῶν τετραγώνων τῶν δύο κάθετων πλευρῶν ἑνὸς ὀρθογώνιου τρίγωνου (νὰ ἒχουμε ὑπόψη μας ὃτι γιὰ τὸν Πυθαγόρα ἦταν μιὰ γεωμετρικὴ δήλωση γιὰ τὰ ἐμβαδὰ· ἡ σημερινὴ ἀλγεβρική του μορφὴ δόθηκε περίπου τὸν 16ο αἰ.). Αὐτὴ εἶναι καὶ μιὰ ἀπὸ τὶς σημαντικότερες συνεισφορὲς τοῦ Ἑλληνισμοῦ στὴν ἀνθρωπότητα: ἡ «ἀπόδειξη», μιὰ σειρά λογικῶν βημάτων, ποὺ ὁδηγεῖ στὸ «ὃπερ ἒδει δεῖξαι».

Ἡ οἰκονομική καὶ κοινωνικὴ ἐξέλιξη τῶν ἀποικιῶν τῆς Ἰωνίας, οἱ ἐμπειρίες ποὺ εἶχαν συσσωρευθεῖ ἀπὸ τοὺς Ἲωνες ἐμπόρους καὶ ναυτικούς, ἡ πολιτιστικὴ ἐπαφὴ μὲ τοὺς λαοὺς τῆς Ἀνατολῆς καὶ ἰδιαίτερα μὲ τοὺς Αἰγύπτιους, καθὼς καὶ ὁ – σὲ ὁρισμένες περιπτώσεις – δημοκρατικὸς προσανατολισμὸς τῶν πολιτευμάτων τους, εὐνόησε τὴν ἀνάπτυξη τῆς προσωπικῆς γνώμης καὶ κρίσης τῶν ἀνθρώπων, μπόρεσαν νὰ σηκώσουν τὰ μάτια τους ψηλὰ ὂχι γιὰ νὰ ἀντικρίσουν κάποιο θεό, ἀλλὰ τὸ ἲδιο τὸ σύμπαν, νὰ ἀναρωτηθοῦν γιὰ τὴν πρώτη του Ἀρχὴ καὶ τὶς θεϊκὲς ἢ ἀκόμη καὶ ἀπρόσωπες δυνάμεις ποὺ τὸ κινοῦν. Γιὰ τὸν Θαλῆ ἡ Ἀρχὴ τοῦ κόσμου εἶναι τὸ νερό, γιὰ τὸν Ἀναξίμανδρο τὸ ἂπειρο, γιὰ τὸν Ἀναξιμένη ὁ ἀέρας, γιὰ τὸν Ἡράκλειτο ἡ φωτιά, γιὰ τὸν Πυθαγόρα οἱ ἀριθμοὶ καὶ γιὰ τὸν Δημόκριτο τέλος, ὁ κόσμος συντίθεται ἀπὸ ἂτομα καὶ κενό. Ὁ τελευταῖος ἒψαχνε νὰ βρεῖ τὴν ἀλήθεια κάτω ἀπὸ τὴν ἐπιφάνεια τῶν πραγμάτων: «ἐν βυθῷ γὰρ ἡ ἀλήθεια». Παράλληλα, ὁ Ἣλιος, ἡ Γῆ, ἡ Σελήνη, οἱ ἀστερισμοί, ἡ κίνηση καὶ ἡ στάση ὡς φυσικές ἒννοιες, ἀκόμη κι ὁ μαγνητισμὸς εἶναι γι᾽αὐτοὺς ἀντικείμενα γιὰ ἐξερεύνηση· ὁ ὀργανικὸς κόσμος κι ὁ ἂνθρωπος δὲν τοὺς ἐνδιαφέρει ἀκόμη.

Τὸ μυθικὸ - θρησκευτικὸ στοιχεῖο ἦταν ἓνα σημεῖο συγκρότησης τοῦ πρὸ τῶν Ἑπτὰ Σοφῶν κόσμου, χαλαρώνοντας τὸ στοὺς αἰῶνες ποὺ ἀκολούθησαν, θὰ ἒπρεπε νὰ δημιουργηθεῖ μία νέα αἰτία κι ἓνας νέος ἠθικὸς στοχασμὸς ποὺ νὰ ἐπανασυγκροτεῖ τὸν κόσμο. Αὐτὸ τὸ νέο παράδειγμα δόθηκε ἀπὸ τοὺς λυρικοὺς καὶ τοὺς γνωμικοὺς ποιητές, συγκροτήθηκε ὃμως σὲ ἓνα σῶμα ἐντολῶν – παραγγελμάτων ἀπὸ τοὺς Ἑπτὰ Σοφούς, δεκαεπτὰ κατὰ τὸν Ἓρμιππο, ἀπὸ τοὺς ὁποίους ὃμως διαλέγει κανεὶς τελικὰ τοὺς ἑπτὰ ποὺ προτιμᾶ (ὁ ἀριθμὸς «ἑπτά» ἒχει συμβολική σημασία).

Φιλοσοφία ἒχουμε ὃταν ὁ ἂνθρωπος σκέπτεται λογικά, ἀδογμάτιστα, αἰτία της εἶναι ἡ ἀπορία ποὺ εἶναι ἒμφυτη στὰ ἀνθρώπινα ὂντα· λέει ὁ Ἀριστοτέλης στὸ πρῶτο βιβλίο τῶν «Μεταφυσικῶν»: «πάντες ἄνθρωποι τοῦ εἰδέναι ὀρέγονται φύσει». Ὁ Πυθαγόρας πρῶτος ἀποδίδει στὸν ἑαυτό του τὴν ἰδιότητα τοῦ φιλοσόφου στὶς συνομιλίες του μὲ τὸν ἡγεμόνα Λέοντα στὴν Σικυώνα, ὂχι δηλαδὴ τοῦ σοφοῦ, ἀλλὰ τοῦ φίλου τῆς σοφίας, αὐτοῦ ποὺ ἀπορεῖ καὶ ἐρωτᾶ, ποὺ μὲ τὴν δύναμη τοῦ νοός του προσπαθεῖ νὰ «σώσει» τὰ φαινόμενα· σοφὸς μπορεῖ νὰ εἶναι μόνον ὁ θεός. Ὁ Ἀριστοτέλης ἒχει τὴν γνώμη, ὃτι οἱ πρῶτοι ποὺ ἀξίζουν τὸν τίτλο τοῦ φιλοσόφου εἶναι οἱ Θαλῆς, Ἀναξίμανδρος καὶ Ἀναξιμένης, διότι ἀναζητοῦν νὰ λύσουν τὸ πρόβλημα τῆς ἀρχῆς ἀπὸ μιὰ καθαρὰ λογικὴ σκοπιά.

Αὐτὴ ἡ ἀλλαγὴ παραδείγματος, ἡ στροφὴ στὴν λογικὴ σκέψη, δὲν συντελεῖται στὴν μητροπολιτική Ἑλλάδα, ἀλλὰ στὴν περιφέρεια. Οἱ ἀποικίες τῆς Ἰωνίας, τῆς Μεγάλης Ἑλλάδας καὶ τῆς Θράκης πρωτοστατοῦν ὂχι μόνον στὴν πνευματική, ἀλλὰ καὶ στὴν ὑλικὴ ἀνάπτυξη. Ἐδῶ θὰ βροῦμε κυρίως τὶς πατρίδες τῶν Ἑπτὰ Σοφῶν. Ἡ Ἀθήνα περιμένει τὸν Σωκράτη, θὰ πάρει τὰ σκῆπτρα μετὰ τοὺς Περσικούς Πολέμους.

Τί εἲδους ἂνθρωποι ἦταν οἱ ἑπτὰ σοφοὶ καὶ τί ἀντιπροσώπευαν ἐκεῖνα τὰ χρόνια; Ἡ ἐρώτηση ἐπιδέχεται ἓνα εὐρὺ φάσμα ἀπαντήσεων, ἀπὸ τὴν πλήρη ἀπαξίωσή τους ἀπὸ τὸν Δάμωνα τὸν Κυρηναῖο, μέχρι τὴν βαθιὰ ἐκτίμηση τοῦ Πλάτωνα γιὰ τὸν Σόλωνα καὶ τὸν Μύσωνα ἢ ἂλλων γιὰ τὸν Θαλῆ καὶ τὸν Βίαντα. Τὸ σίγουρο εἶναι ὃτι ἦταν δίκαιοι ἂνθρωποι, νομομαθεῖς, ἀδέκαστοι στὶς κρίσεις τους, ἱκανοὶ πολιτευτὲς καὶ κυβερνῆτες, στὴν περίπτωση δὲ τοῦ Περίανδρου καὶ ἐν μέρει τοῦ Πιττακοῦ, τύραννοι. «Φιλοσοφοῦν» βραχύλογα, σὰν νὰ δίνουν στρατιωτικὰ παραγγέλματα, εἶναι αὐτὸ τὸ «λακωνίζειν» ποὺ θαύμαζε ὁ Πλάτων, μιὰ συμπυκνωμένη πρακτικὴ σοφία ποὺ ὁδηγεῖ, ἂν ἀκολουθηθεῖ, στὸ ἀτομικὸ καὶ κοινωνικὸ εὖ ζεῖν. Οἱ σοφοὶ στὸ σύνολό τους στέκονται ἀνάμεσα στὸν παλιὸ τρόπο σκέψης καὶ σ᾽αὐτὸν ποὺ ἀνατέλλει μὲ τοὺς σύγχρονούς τους Προσωκρατικούς. Ὁ Σόλων στὴν νομοθεσία καὶ στὴν πίστη του στὸ δημοκρατικὸ πολίτευμα κι ὁ Θαλῆς στὰ μαθηματικὰ καὶ τὴν ἀστρονομία, εἶναι ἐξέχουσες προσωπικότητες, πολὺ πιὸ μπροστὰ ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τους.

Ὁ Πλάτων στὸν «Πρωταγόρα» ἀναφέρεται στοὺς Ἑπτὰ Σοφοὺς καὶ εἰδικότερα στὸ «λακωνίζειν» ὡς τρόπο τοῦ φιλοσοφεῖν:

[342c] οἱ δὲ Λακεδαιμόνιοι, ἐπειδὰν βούλωνται ἀνέδην τοῖς παρ᾽ αὑτοῖς συγγενέσθαι σοφισταῖς καὶ ἢδη ἂχθωνται λάθρᾳ συγγιγνόμενοι, ξενηλασίας ποιούμενοι τῶν τε λακωνιζόντων τούτων καὶ ἐάν τις ἂλλος ξένος ὢν ἐπιδημήσῃ, συγγίγνονται τοῖς σοφισταῖς λανθάνοντες τοὺς ξένους, καὶ αὐτοὶ οὐδένα ἐῶσιν τῶν νέων [342d] εἰς τὰς ἂλλας πόλεις ἐξιέναι, ὣσπερ οὐδὲ Κρῆτες, ἳνα μὴ ἀπομανθάνωσιν ἃ αὐτοὶ διδάσκουσιν. εἰσὶν δὲ ἐν ταύταις ταῖς πόλεσιν οὐ μόνον ἂνδρες ἐπὶ παιδεύσει μέγα φρονοῦντες, ἀλλὰ καὶ γυναῖκες. γνοῖτε δ᾽ ἂν ὃτι ἐγὼ ταῦτα ἀληθῆ λέγω καὶ Λακεδαιμόνιοι πρὸς φιλοσοφίαν καὶ λόγους ἂριστα πεπαίδευνται, ὧδε: εἰ γὰρ ἐθέλει τις Λακεδαιμονίων τῷ φαυλοτάτῳ συγγενέσθαι, τὰ μὲν πολλὰ ἐν τοῖς λόγοις εὑρήσει [342e] αὐτὸν φαῦλόν τινα φαινόμενον, ἒπειτα, ὃπου ἂν τύχῃ τῶν λεγομένων, ἐνέβαλεν ῥῆμα ἂξιον λόγου βραχὺ καὶ συνεστραμμένον ὣσπερ δεινὸς ἀκοντιστής, ὣστε φαίνεσθαι τὸν προσδιαλεγόμενον παιδὸς μηδὲν βελτίω. τοῦτο οὖν αὐτὸ καὶ τῶν νῦν εἰσὶν οἳ κατανενοήκασι καὶ τῶν πάλαι, ὃτι τὸ λακωνίζειν πολὺ μᾶλλόν ἐστιν φιλοσοφεῖν ἢ φιλογυμναστεῖν, εἰδότες ὃτι τοιαῦτα οἷόν τ᾽ εἶναι ῥήματα φθέγγεσθαι [343a] τελέως πεπαιδευμένου ἐστὶν ἀνθρώπου. τούτων ἦν καὶ Θαλῆς ὁ Μιλήσιος καὶ Πιττακὸς ὁ Μυτιληναῖος καὶ Βίας ὁ Πριηνεὺς καὶ Σόλων ὁ ἡμέτερος καὶ Κλεόβουλος ὁ Λίνδιος καὶ Μύσων ὁ Χηνεύς, καὶ ἓβδομος ἐν τούτοις ἐλέγετο Λακεδαιμόνιος Χίλων. οὗτοι πάντες ζηλωταὶ καὶ ἐρασταὶ καὶ μαθηταὶ ἦσαν τῆς Λακεδαιμονίων παιδείας, καὶ καταμάθοι ἂν τις αὐτῶν τὴν σοφίαν τοιαύτην οὖσαν, ῥήματα βραχέα ἀξιομνημόνευτα ἑκάστῳ εἰρημένα: οὗτοι καὶ κοινῇ συνελθόντες [343b] ἀπαρχὴν τῆς σοφίας ἀνέθεσαν τῷ Ἀπόλλωνι εἰς τὸν νεὼν τὸν ἐν Δελφοῖς, γράψαντες ταῦτα ἃ δὴ πάντες ὑμνοῦσιν, γνῶθι σαυτόν καὶ μηδὲν ἂγαν. τοῦ δὴ ἓνεκα ταῦτα λέγω; ὃτι οὗτος ὁ τρόπος ἦν τῶν παλαιῶν τῆς φιλοσοφίας, βραχυλογία τις Λακωνική: καὶ δὴ καὶ τοῦ Πιττακοῦ ἰδίᾳ περιεφέρετο τοῦτο τὸ ῥῆμα ἐγκωμιαζόμενον ὑπὸ τῶν σοφῶν, τὸ χαλεπὸν ἐσθλὸν ἒμμεναι.

[342c] οἱ δὲ Λακεδαιμόνιοι, ὃταν θελήσουν ἐλεύθερα νὰ συνομιλήσουν μὲ τοὺς σοφιστές τους καὶ δὲν ἀντέχουν νὰ τοὺς μιλοῦν πιὰ στὰ κρυφά, ἀπομακρύνουν (ξενηλασία) τοὺς ξένους καὶ ὁποιουσδήποτε ἂλλους λακωνίζουν καὶ συναναστρέφονται τοὺς σοφιστές τους, χωρὶς νὰ τὸ πάρουν εἲδηση οἱ ξένοι, καὶ οἱ ἲδιοι δὲν ἐπιτρέπουν σὲ κανέναν ἀπὸ τοὺς νέους τους νὰ [342d] ξενιτεύεται, ὃπως κάνουν καὶ οἱ Κρῆτες, γιὰ νὰ μὴν ἀπομάθουν [οἱ νέοι] αὐτὰ ποὺ ἐκεῖνοι τοὺς διδάσκουν. Μέσα σὲ αὐτὲς τὶς πόλεις δὲν εἶναι μόνον ἄνδρες ποὺ ἒχουν μεγάλη ἰδέα γιὰ τὴν παιδεία τους, ἀλλὰ καὶ γυναῖκες. Μπορεῖτε νὰ ἐξακριβώσετε τὴν ἀλήθεια τῶν λεγομένων μου, τὸ ὃτι δηλαδὴ οἱ Λακεδαιμόνιοι εἶναι ἄριστα ἐκπαιδευμένοι στὴν φιλοσοφία καὶ τὴν ρητορικὴ μὲ τὸν ἀκόλουθο τρόπο: ἐάν θελήσει νὰ συζητήσει κανεὶς μὲ τὸν πιὸ ἀμαθὴ ἀπὸ τοὺς Λακεδαιμόνιους, στὴν ἀρχὴ θὰ νομίσει ὃτι εἶναι [342e] κανένας χαζός, καθὼς ὃμως θὰ εξελίσσεται ἡ συνομιλία, ὃπου βρεῖ εὐκαιρία [ὁ Λακεδαιμόνιος], θὰ πετάξει κάτι μικρὸ καὶ στριφογυριστὸ σὰν νὰ ἦταν κανένας ἒξοχος ἀκοντιστής, ὣστε νὰ φανεῖ ἐκεῖνος ποὺ μιλᾶ μαζὶ του, ὃτι δὲν καλύτερος ἀπὸ μωρό παιδί. Αὐτὸ λοιπὸν τὸ πράγμα τὸ ἒχουν κατανοήσει καὶ οἱ σημερινοὶ καὶ οἱ παλιοί, ὃτι δηλαδὴ τὸ νὰ μιμεῖται κανεὶς τοὺς Λάκωνες περισσότερο ἒχει νὰ κάνει μὲ τὴν φιλοσοφία παρὰ μὲ τὴν γυμναστική, ἀφοῦ γνωρίζουν ὃτι μόνον ἓνας [343a] ἄριστα ἐκπαιδευμένος μπορεῖ νὰ λέει τέτοια πράγματα. Αὐτὸ τὸ εἶδος τοῦ σοφοῦ ἦταν ὁ Θαλῆς ὁ Μιλήσιος, ὁ Πιττακὸς ὁ Μυτιληναῖος, ὁ Βίας ὁ Πριηνεύς, ὁ δικός μας Σόλων [ὁ Ἀθηναῖος], ὁ Κλεόβουλος ὁ Λίνδιος, ὁ Μύσων ὁ Χηνεὺς καὶ ἓβδομος μεταξὺ αὐτῶν ὁ Χίλων ὁ Λακεδαιμόνιος. Ὃλοι αὐτοὶ ζήλεψαν, ἀγάπησαν καὶ μετεῖχαν τῆς παιδείας τῶν Λακεδαιμονίων· τὸ καταλαβαίνει κανεὶς αὐτὸ ἀπὸ μερικά ἀξιομνημόνευτα καὶ σύντομα λόγια ποὺ ὁ καθένας τοὺς ἒχει πεῖ, [343b] τὰ ὃποια συγκέντρωσαν καὶ ἀφιέρωσαν στὸν ναό τοῦ Ἀπόλλωνα στοὺς Δελφούς ὡς ἀποδείξεις τῆς σοφίας τους καὶ ὃλοι τὰ ἐξυμνοῦν, δηλαδὴ τὸ «γνῶθι σαυτόν» καὶ τὸ «μηδὲν ἂγαν». Γιατί λοιπὸν τὰ λέω αὐτὰ; Γιὰ νὰ δεῖτε ὃτι αὐτὸς εἶναι ὁ παλαιὸς τρόπος τοῦ νὰ φιλοσοφεῖς, μιὰ δηλαδὴ λακωνική βραχυλογία· καὶ τὸ ἀπόφθεγμα τοῦ Πιττακοῦ «δύσκολο εἶναι νὰ εἶναι κανεὶς ἐνάρετος» περιφερόταν καὶ ἐγκωμιαζόταν ἀπὸ τοὺς σοφούς.


Ἓνας πλήρης κατάλογων τῶν Σοφῶν εἶναι ὁ ἑξῆς:
Θαλῆς ὁ Μιλήσιος
Πιττακὸς ὁ Μυτιληναῖος
Βίας ὁ Πριηνεύς
Κλεόβουλος ὁ Λύνδιος ἢ Ρόδιος
Σόλων ὁ Ἀθηναῖος
Περίανδρος ὁ Κορίνθιος,
Χίλων ὁ Λακεδαιμόνιος
Ἀκουσίλαος υἱός Κάβα ἢ Σκάβρα
Ἀναξαγόρας ὁ Κλαζομένιος
Ἀνάχαρσις ὁ Σκύθης
Ἀριστόδημος ὁ Ἡρακλείδης
Ἐπιμενίδης ὁ Κρὴς
Ἐπίχαρμος ὁ Κῶος ἢ Συρακούσιος
Λάσος ὁ Ἑρμιονεὺς
Λίνος υἱός Οἰάγρου
Λεώφαντος ὁ Γορσιεὺς
Μύσων Στρύμωνος ἢ ὁ Χηνεὺς
Ὀρφεὺς ὁ Θρᾷξ
Πάμφυλος υἱός Αἰγιμίου
Πεισίστρατος υἱός Ἱπποκράτους τυρανοπάτορος
Πυθαγόρας ὁ Σάμιος
Φερεκύδης ὁ Σύριος