Τρίτη, 28 Ιουνίου 2016

Μικρές Ιστορίες 34: Μπραμς και Μάλερ, η τελευταία συνάντηση

Το 1896 ο Μάλερ επισκέπτεται, για τελευταία φορά, τον Μπραμς στην εξοχική του βίλα στο Bad Ischl [1], στη βόρεια Αυστρία κοντά στον ποταμό Τράουν. Τις εντυπώσεις του και τα συναισθήματά του γράφει στον μαθητή του και μετέπειτα σπουδαίο μαέστρο Μπρούνο Βάλτερ.

Bad Ischl, καλοκαίρι του 1896
Αγαπητέ μου Μπρούνο Βάλτερ
Τον είδα από μακριά να κάθεται κάτω από το μεγάλο σκιερό πλατάνι, στον κήπο της βίλας του, πιο μικρός και πιο συμμαζεμένος απ' ό,τι συνήθως. Ή τουλάχιστον έτσι μου φάνηκε. Αναρωτήθηκα: Γιατί τόσοι μουσικοί μένουν ανύπαντροι; Μήπως δεν βρίσκουν ανταπόκριση στον έρωτα τους; Ή είναι τόσο κλεισμένοι και αφοσιωμένοι στην τέχνη τους. ώστε να μη μπορούν να κρατήσουν κοντά τους μια γυναίκα; Ή μήπως, έτσι απλά, επειδή είναι πολύ φτωχοί και αποπνέουν πικρίες και κακομοιριά;
Το σακάκι του γέρου Brahms ήταν γεμάτο λεκέδες από λίπος, από κρόκους αυγού, από δεν ξέρω κι εγώ τι. Λόγω της μεγάλης μυωπίας του δεν με γνώρισε παρά την τελευταία στιγμή, όταν βρισκόμουν σε δυο βήματα απόσταση.
Μείναμε καθιστοί, στις καρέκλες του κήπου για ένα αρκετά μεγάλο διάστημα, ο ένας δίπλα στον άλλο, σιωπηλοί, σαν δύο γέροι.
Μου μίλησε αργά σα να μονολογούσε: «Συνθέτω πάντοτε, αλλά με μεγάλη δυσκολία». Πήρε μια βαθιά αναπνοή και κοιτώντας συνεχώς μπροστά του συνέχισε: «Το τελευταίο μου έργο θα είναι μια σονάτα για κλαρινέτο και πιάνο. Τη συνέθεσα σε συνεργασία με το Richard Mülfeld - έναν εκπληκτικό Γερμανό κλαρινετίστα». Κατά τα λεγόμενα του Μπραμς είναι πολύ ανώτερος από όσους έχουμε στη Βιέννη.
Ξαφνικά θυμήθηκε και μου ανέφερε το θάνατο της Κλάρα Σούμαν, της αγαπημένης μεγάλης φίλης του.
Πέρασαν μερικά λεπτά και μετά είπε σχεδόν ψιθυριστά: «δεν ζει κανείς παρά για να τα χάσει όλα. μέχρι την ημέρα που θα τον πάνε και τον ίδιο με τη σειρά του στο νεκροταφείο. Και μπορεί να φυσάει ή και να χιονίζει πάνω στον τάφο του. Ανεξάρτητα όμως απ' αυτό. όλα συνεχίζουν το δρόμο τους και εξακολουθούν να υπάρχουν όπως και πρωτύτερα».
Σκούπισε ένα δάκρυ, αναστέναξε βαθιά και έπειτα μου διηγήθηκε πώς έφυγε από τη Βιέννη μόλις πληροφορήθηκε το θάνατο της Κλάρας Σούμαν και πώς έχασε το τρένο - ανταπόκριση στο σταθμό της Φρανκφούρτης. Κοντολογίς, όταν έφτασε τελικά στην Βόννη, η κηδεία είχε τελειώσει. [2] Δεν πρόλαβε παρά να ρίξει μια χούφτα χώμα στον τάφο. Γύρισαν μαζί με τον Μπαρτ (Bart) και τον Μπέρκερατ (Berkerat) στο σπίτι του Σούμαν - «εκεί όπου έκαιγε τα γράμματα μου», μου είπε, και παίξανε στη μνήμη της τη μουσική που αγαπούσε.
Για να κρύψει τη συγκίνηση του μου έδειξε την παρτιτούρα του πρώτου από τα Σοβαρά Τραγούδια που ήταν εκεί δίπλα, πάνω στο τραπέζι, μαζί με άλλα χαρτιά. [3] Ψιθύρισε χαμηλόφωνα και με τρεμάμενη φωνή τους στίχους:
Γιατί συμβαίνει με τον άνθρωπο, όπως και με τα ζώα.
Πεθαίνουν, και το ίδιο πεθαίνει κι αυτός.
Κι όλοι έχουν την ίδια πνοή.
Κι ο άνθρωπος δεν έχει τίποτα περισσότερο από τα ζώα.
Γιατί όλα είναι μάταια.
Σκούπισε ξανά τα μάτια του. Έπειτα, πιο διστακτικός και βαριεστημένος όσο ποτέ, ένα αληθινό ψυχικό ράκος, μου μίλησε για την αρρώστια του, για το θάνατο, για τη μουσική και ταυτόχρονα για το θάνατο της μουσικής. Του υπενθύμισα ότι τον είχα δει με ποδήλατο, μερικά χρόνια πριν, και μια μέρα που κάναμε περίπατο κατά μήκος του Traun μου είχε δηλώσει πως μετά τον Μπετόβεν και τον Βάγκνερ δεν απομένει πια τίποτα σ' ένα νέο συνθέτη να γράψει.
Αυτός ο άνθρωπος δεν πρέπει να είχε ποτέ καλά αισθήματα μέσα του. Εκτός και αν όλη του τη μεγαλοψυχία, τη νοσταλγία, και ολόκληρο το μεγαλείο της ψυχής του, τα έβαλε μέσα στη μουσική του - λίγο γκρίζα για το δικό μου γούστο.
Το μουσικό του ιδίωμα δεν εξελίχθηκε ποτέ. Δεν βγήκε ποτέ έξω από τον εαυτό του. Έθαψε τους έρωτες μέσα στην καρδιά του, κι έπειτα πήγε και ικανοποιήθηκε σ' έναν οίκο ανοχής! Όπως έκαναν οι Βόλφ και Σούμπερτ.
Προσπάθησα να του μιλήσω για την Τρίτη Συμφωνία μου, που κατά τη γνώμη μου αναγγέλλει ήδη έναν άλλο κόσμο, σε σύγκριση με το δικό του.
Δεν με άκουσε όμως. Το μόνο που μου είπε ήταν: «Δεν συνθέτετε αρκετά...»
«Πως θα το μπορούσε ένας άνθρωπος που είναι αλυσοδεμένος στο κάτεργο της όπερας;» του απάντησα. «Δεν μπορώ να συνθέτω παρά τις μέρες της ανάπαυλας, αλλά και τότε ακόμη, μόνο, όταν δεν υπάρχουν πρόβες». [4]
Είχε σχεδόν βραδιάσει. Τον βοήθησα να σηκωθεί και τον συνόδεψα μέχρι τη βίλα. Ακουμπούσε βαριά στο μπράτσο μου. Ήταν πραγματικά άρρωστος και κουρασμένος. Τον άφησα στην τραπεζαρία και προτού φύγω απ' το μισοφωτισμένο διάδρομο, γύρισα το κεφάλι μου και κοίταξα. Είδα τότε το γέρο - Μπραμς, δεν είχε βγάλει ακόμη το καπέλο του, να βγάζει απ' τη μεταλλική θερμάστρα ένα κομμάτι λουκάνικο και μια μεγάλη φέτα ψωμί: ο μεγαλύτερος εν ζωή συνθέτης, αγαπητέ μου Μπρούνο, γκροτέσκος και μόνος, να ετοιμάζει αυτό το αξιολύπητο δείπνο ενός φτωχού φοιτητή!
Μια τόσο μεγάλη μοναξιά, μία τέτοια εγκατάλειψη! Σκέφτηκα να τον προσκαλέσω να δειπνήσουμε μαζί στο ξενοδοχείο, είναι όμως πολύ άρρωστος και κατά παράδοξο τρόπο πολύ μόνος, για να δεχτεί.
Έφυγα πολύ γρήγορα μ' ένα σφίξιμο στην καρδιά και στη βιασύνη μου χτύπησα άσχημα στην πόρτα, μέσα στο σκοτάδι.
Τρέχουμε όλοι και κυνηγάμε θέσεις, αξιώματα, τιμές, χειροκροτήματα, αλλοίμονο!
Τι απομένει απ' όλα αυτά; Όλα είναι μάταια σε τούτη τη ζωή αγαπητέ μου, Μπρούνο Βάλτερ.
Γκούσταβ Μάλερ

(Από το βιβλίο του Ι. Βασιλειάδη, Η Μοναξιά του Γιοχάνες Μπραμς. Αναδημοσίευση στο βιβλίο του Κωστή Γαϊτάνου, Johannes Brahms, Ο Τελευταίος Ρομαντικός, απ’ όπου και αντιγράφηκε)
Σημειώσεις
[1] Ο Μπραμς πέρασε δέκα καλοκαίρια στην όμορφη πόλη του Bad Ischl: το 1880 και 1882 και έπειτα οκτώ διαδοχικά χρόνια από το 1889 ως το 1896, το καλοκαίρι που τον επισκέφτηκε ο Μάλερ. Έμενε συνήθως με την οικογένεια Γκρούμπερ στην Salzburgerstrasse 51. Του άρεσε πολύ να περπατάει στην εξοχή και να συναντά τους φίλους του στα ξενοδοχεία Elisabeth και Post και στο καφέ Walther. Στην Κλάρα έγραψε ότι στο Ischl αισθανόταν σαν το σπίτι του.
[2] Η Κλάρα πέθανε στις 20 Μαΐου του 1896. Ο Μπραμς έχασε το τρένο - ανταπόκριση για την Φρανκφούρτη κι όταν έφτασε στη Βόνη η κηδεία πια είχε τελειώσει. Βαθιά συντετριμμένος από τον θάνατό της και την ατυχία του, μαθαίνει επίσης ότι πάσχει από καρκίνο του ήπατος.
[3] Πρόκειται για τα Τέσσερα Σοβαρά τραγούδια / Vier ernste Gesänge, op.121, για βαθύφωνο και πιάνo σε κείμενα της Παλαιάς και καινής Διαθήκης, τραγούδια που «καλωσορίζουν τον θάνατο σαν τον θεραπευτή του πόνου και της δυστυχίας».
[4] Ο Μάλερ εκείνο τον καιρό ήταν μαέστρος της όπερας.

Τετάρτη, 8 Ιουνίου 2016

Νανούρισμα

Χθες το πρωί ο κ. Γεώργιος Σιβίνογλου, στο F/B, ανέβασε ένα ποιηματάκι, νανούρισμα θα το ‘λεγα. Μαζί με την Ελευθερία γράψαμε τη μουσική και φτιάξαμε ένα πρόχειρο βιντεάκι. Αύριο βράδυ, όταν θα την πάω για ύπνο θα δω αν λειτουργεί…

Κυριακή, 5 Ιουνίου 2016